Στη σύγχρονη επιχειρηματική αφήγηση, η μέγιστη απόδοση παρουσιάζεται ως αυτονόητος στόχος. Περισσότερη ταχύτητα, περισσότερη παραγωγικότητα, περισσότερη αξιοποίηση πόρων. Όμως τα συστήματα που πιέζονται διαρκώς στο όριο δεν γίνονται απλώς αποδοτικά, γίνονται εύθραυστα. Η συνειδητή υποαπόδοση, όχι ως αδυναμία αλλά ως στρατηγική επιλογή, είναι συχνά το αόρατο πλεονέκτημα των οργανισμών που αντέχουν στον χρόνο.
Στην τεχνολογία, η υπερβελτιστοποίηση είναι γνωστός εχθρός. Ένα σύστημα που λειτουργεί μόνιμα στο 95% της χωρητικότητάς του δείχνει εντυπωσιακό στα dashboards, αλλά καταρρέει με το πρώτο απρόβλεπτο spike. Αντίθετα, αρχιτεκτονικές που διατηρούν buffers σε υπολογιστική ισχύ, χρόνο απόκρισης ή ανθρώπινη διαθεσιμότητα θυσιάζουν βραχυπρόθεσμη απόδοση για μακροπρόθεσμη αξιοπιστία. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και στη στρατηγική. Η συνεχής επιδίωξη του μέγιστου στερεί από τον οργανισμό βαθμούς ελευθερίας.
Παράδειγμα αποτελεί η Toyota και η φιλοσοφία του slack στο παραγωγικό σύστημα. Παρότι το Toyota Production System ταυτίζεται με τη λιτότητα, διατηρεί σκόπιμα περιθώρια στον χρόνο και στη ροή, ώστε να εντοπίζονται και να διορθώνονται αποκλίσεις. Η «μη πλήρης» αξιοποίηση δεν είναι σπατάλη, αλλά μηχανισμός μάθησης. Αντίστοιχα, εταιρείες λογισμικού που αποφεύγουν την υπερφόρτωση των ομάδων τους έχουν μεγαλύτερη ικανότητα να απορροφούν αλλαγές απαιτήσεων χωρίς να καταρρέουν σε τεχνικό χρέος.
Η συνειδητή υποαπόδοση εμφανίζεται και στη στρατηγική ανάπτυξης. Επιχειρήσεις που αρνούνται να επεκταθούν σε κάθε νέα αγορά ή να κυνηγήσουν κάθε ευκαιρία εσόδων συχνά κατηγορούνται για έλλειψη φιλοδοξίας. Ωστόσο, η Patagonia αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα εταιρείας που επιλέγει να μην μεγιστοποιεί πωλήσεις εις βάρος της ταυτότητάς της. Η συγκράτηση της ανάπτυξης λειτουργεί ως φίλτρο στρατηγικής συνοχής και ενισχύει την αξιοπιστία του brand.
Σε επίπεδο διοίκησης, η υπεραπόδοση μεταφράζεται συχνά σε υπερ-έλεγχο. Περισσότερα KPIs, περισσότερα reports, περισσότερα layers έγκρισης. Το αποτέλεσμα είναι ένας οργανισμός που φαίνεται «σφιχτός», αντιδρά αργά και φοβάται το ρίσκο. Η συνειδητή υποαπόδοση εδώ σημαίνει λιγότερη μέτρηση και περισσότερη κρίση, λιγότερη παρέμβαση και περισσότερη εμπιστοσύνη. Οι κορυφαίοι ηγέτες γνωρίζουν πότε να μην πιέσουν για το επόμενο ποσοστιαίο σημείο απόδοσης, ώστε να μη χαθεί η στρατηγική κατεύθυνση.
Το παράδοξο είναι ότι η υποαπόδοση απαιτεί υψηλή ωριμότητα. Προϋποθέτει σαφή κατανόηση του τι είναι κρίσιμο και τι απλώς εντυπωσιακό. Δεν πρόκειται για χαλαρότητα ή συμβιβασμό, αλλά για επιλογή ρυθμού. Όπως στον αθλητισμό, οι πρωταθλητές δεν τρέχουν σε κάθε προπόνηση στο μέγιστο, αλλά διαχειρίζονται ένταση, αποκατάσταση και διάρκεια. Το ίδιο ισχύει και για τις επιχειρήσεις που στοχεύουν στο διατηρήσιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Σε έναν κόσμο που επιβραβεύει τη στιγμιαία κορύφωση, η συνειδητή υποαπόδοση λειτουργεί ως στρατηγική αντίσταση. Δημιουργεί χώρο για σκέψη, μάθηση και προσαρμογή. Και τελικά, είναι αυτός ο χώρος που ξεχωρίζει τους οργανισμούς που απλώς αποδίδουν από εκείνους που αντέχουν.
Βιβλιογραφία
- March, J. G. (1991). Exploration and Exploitation in Organizational Learning. Organization Science.
- Taleb, N. N. (2012). Antifragile: Things That Gain from Disorder. Random House.
- Senge, P. (2006). The Fifth Discipline. Doubleday.
- Ohno, T. (1988). Toyota Production System: Beyond Large-Scale Production. Productivity Press.
- Porter, M. E. (1996). What Is Strategy? Harvard Business Review.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου