Τρία πληροφοριακά συστήματα. Τρία διαφορετικά αποτελέσματα. Και οι τρεις ομάδες που τα υποστηρίζουν επιμένοντας ότι τα δεδομένα τους είναι σωστά. Ποιος έχει δίκιο; Στον κόσμο των Capital Markets, η απάντηση δεν είναι πάντα τόσο προφανής όσο θα θέλαμε. Και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, μπορεί πράγματι να έχουν δίκιο και οι τρεις.
Ας υποθέσουμε ότι μια εισηγμένη εταιρεία ετοιμάζεται να διανείμει μέρισμα. Το Shareholder Registry εμφανίζει έναν συγκεκριμένο αριθμό δικαιούχων. Το σύστημα του Κεντρικού Αποθετηρίου διαθέτει διαφορετική εικόνα, ενώ το σύστημα που προετοιμάζει τις πληρωμές καταλήγει σε τρίτο αποτέλεσμα. Το πρώτο ερώτημα που συνήθως τίθεται είναι ποιο σύστημα έχει το λάθος. Ίσως όμως αυτή να είναι εξαρχής η λάθος ερώτηση.
Κάθε πληροφοριακό σύστημα σχεδιάζεται για να εξυπηρετεί συγκεκριμένες επιχειρησιακές ανάγκες. Διατηρεί διαφορετικά δεδομένα, εφαρμόζει διαφορετικούς κανόνες και συχνά λειτουργεί με διαφορετικούς χρονικούς περιορισμούς. Το ένα μπορεί να απεικονίζει τη μετοχική κατάσταση σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, το άλλο να καταγράφει μεταβολές που έχουν ήδη διακανονιστεί και το τρίτο να περιλαμβάνει μόνο τους δικαιούχους που πληρούν τις προϋποθέσεις πληρωμής. Οι τρεις εικόνες μπορεί να είναι συνεπείς με τους δικούς τους κανόνες, χωρίς να είναι άμεσα συγκρίσιμες.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του Reconciliation. Δεν πρόκειται απλώς για μια διαδικασία σύγκρισης δύο αρχείων και εντοπισμού διαφορετικών εγγραφών. Πρόκειται για τη διαδικασία με την οποία προσπαθούμε να αποδείξουμε ότι διαφορετικές αναπαραστάσεις μιας επιχειρησιακής πραγματικότητας είναι μεταξύ τους συνεπείς, λαμβάνοντας υπόψη τους κανόνες, τον χρόνο και το νόημα των δεδομένων.
Το μεγαλύτερο λάθος που μπορούμε να κάνουμε είναι να θεωρήσουμε ότι δύο ίδιες τιμές αντιπροσωπεύουν υποχρεωτικά την ίδια πληροφορία. Ένας αριθμός μετοχών μπορεί να αφορά διαφορετικό χρόνο αναφοράς. Ένα ποσό μπορεί να είναι μικτό στο ένα σύστημα και καθαρό στο άλλο. Μια εγγραφή μπορεί να αντιπροσωπεύει φυσικό πρόσωπο, ενώ μια άλλη συλλογικό λογαριασμό. Ακόμη και όταν οι αριθμοί συμφωνούν, η επιχειρησιακή πραγματικότητα που περιγράφουν ενδέχεται να είναι διαφορετική.
Το Reconciliation, επομένως, δεν είναι μόνο αριθμητικό πρόβλημα. Είναι πρωτίστως πρόβλημα σημασιολογικής συνέπειας.
Αυτό έχει σημαντικές συνέπειες στον σχεδιασμό των Enterprise Systems. Η απλή αντιπαραβολή records με βάση ένα identifier σπάνια αρκεί. Χρειαζόμαστε κοινά σημεία αναφοράς, σαφώς ορισμένους επιχειρησιακούς κανόνες, χρονική ευθυγράμμιση, αξιόπιστα mappings και δυνατότητα να εξηγήσουμε γιατί προκύπτει κάθε διαφορά. Διαφορετικά, καταλήγουμε να συγκρίνουμε δεδομένα τα οποία μοιάζουν ίδια, αλλά στην πραγματικότητα περιγράφουν διαφορετικά πράγματα.
Εξίσου σημαντική είναι η διάκριση ανάμεσα σε μια αναμενόμενη απόκλιση και ένα πραγματικό σφάλμα. Δεν αποτελεί κάθε διαφορά ένδειξη δυσλειτουργίας. Μια συναλλαγή που δεν έχει ακόμη διακανονιστεί, μια ενημέρωση που βρίσκεται σε εξέλιξη ή μια διαφορετική επιχειρησιακή ταξινόμηση μπορούν να εξηγήσουν μια απόκλιση. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το σύστημα δεν μπορεί να διακρίνει αυτές τις περιπτώσεις και μεταφέρει ολόκληρο το βάρος της ερμηνείας στον ανθρώπινο παράγοντα.
Εδώ αναδεικνύεται και μια συχνά υποτιμημένη διάσταση της αυτοματοποίησης. Το πραγματικά ώριμο Reconciliation δεν εντοπίζει απλώς τις διαφορές. Μπορεί να τις εξηγήσει. Αναγνωρίζει ποιες αποκλίσεις είναι προσωρινές, ποιες αναμένονται βάσει των επιχειρησιακών κανόνων, ποιες απαιτούν διερεύνηση και ποιες ενδέχεται να επηρεάσουν οικονομικά δικαιώματα ή υποχρεώσεις. Και, κυρίως, διατηρεί την απαραίτητη τεκμηρίωση ώστε κάθε απόφαση να μπορεί να ελεγχθεί εκ των υστέρων.
Στην πράξη, έχω διαπιστώσει ότι η πολυπλοκότητα ενός πληροφοριακού συστήματος σπάνια αποκαλύπτεται πλήρως όταν όλα λειτουργούν σύμφωνα με το αναμενόμενο σενάριο. Αποκαλύπτεται όταν τα δεδομένα διαφωνούν, όταν εμφανίζονται εξαιρέσεις και όταν πρέπει να αποφασίσουμε ποια πληροφορία μπορούμε πραγματικά να εμπιστευτούμε. Εκεί δοκιμάζεται όχι μόνο η τεχνολογική αρχιτεκτονική, αλλά και η ποιότητα του επιχειρησιακού σχεδιασμού.
Και ίσως εδώ να βρίσκεται μια από τις σημαντικότερες αρχές για τα mission-critical financial systems. Η ύπαρξη ενός Single Source of Truth δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλα τα συστήματα πρέπει να αποθηκεύουν την ίδια πληροφορία. Σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει σαφής τρόπος να προσδιορίζουμε ποια πηγή είναι αρμόδια για κάθε δεδομένο, υπό ποιες συνθήκες και σε ποια χρονική στιγμή.
Γιατί τελικά, η αξιοπιστία ενός χρηματοοικονομικού συστήματος δεν αποδεικνύεται μόνο όταν όλα τα δεδομένα συμφωνούν. Αποδεικνύεται κυρίως όταν διαφωνούν και μπορούμε να εξηγήσουμε με ακρίβεια το γιατί.
